ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΠΗΓΗ

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΙΝΟΥΝ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΠΗΓΗ Heinrich Friedrich Füger 1790

«ΤΟ ΣΑΙΤΕΜΑ» Κ.ΠΑΛΑΜΑΣ

Καὶ χαμήλωσες, ὦ Φοῖβε, ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν Ὀλύμπων τῶν ἁγνῶν πρὸς τοῦ χαύνου τὴν πατρίδα, πρὸς τὴ χώρα τῶν ὀκνῶν. Κ᾿ ἔπαιξες τὴ λύρα, ἀνάβρυσμα παναρμονικῶν πηγῶν! Λόγια σ᾿ ἀπαντήσανε βαρήκοων καὶ περίγελα τυφλῶν. Τότε, σὰ νὰ γύρευες τὴν πλάση νὰ λυτρώσης ἀπὸ μόλυσμα, κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀκάθαρτα ὅλα τὸν ἀέρα, ἔρριξες τὴ λύρα, κ᾿ ἔγινες σαϊτευτής, καὶ τὰ σαΐτεψες τῶν ἀνοήτων τὰ κοπάδια πέρα ὡς πέρα!

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΙΑΝ ΑΡΤΕΜΙΔΑ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Ο Ταΰγετε,χαλκό βουνό,ως με δέχτης τέλος ασκητή!                                                                                           Ώ σκισμένα όρη,όταν εκλείσατε από πίσω μου,  αφήνοντας με ολόμονο όπως, σαν ένα κριάρι κατεβεί απ’ ορτή πλαγιά σ’ ένα πετρόλακο και ξαφνικά γυρίζοντας να φύγει, νιώθει πώς δεν είναι δυνατό γιατί οι ίδιοι βράχοι πού το βοήθησαν να κατεβεί τώρα γλιστράνε στο ανηφόρι, απάτητοι,παντού!

Ολόμονο με κλείσατε μεσ’ την ακρότατη ερημιά, μονάχα να σαλεύω ολόγυρα στη φτέρνα μου να σε κυτάζω, κάστρο ατέλιωτο χαλκό!

Ούτε μπροστά, ούτε πίσω! αλλά κει, στον ίδιο τόπο απάνου, δίχως σπιθαμή τριγύρα ν’ ακουμπήσω ή ν’ άπλωθω, αλλά και, στον ίδιο πάντα τόπο, ορτός!

Ώ πυροδότη των ανθρώπων, δεν άκουσα ν’ ανεβαίνει κάτουθε, από τον τραχύ γκρεμό, ή παρηγοριά των Ωκεανίδων ! αλλ’ απ’ ολούθε ο βράχος, η καρδιά της γης, το χώμα πού καθ’ ώρα ανάδινε μια μυρουδιά ψηλότερη από πελαγίσια τρικυμιά, βουλιάζοντας και παίζοντας στα κύματα της άπλερο ένα σκάφος,τη μικρή μου αναπνοή !

Κι’ όλο μου το αίμα ήταν βοή στ’ αυτιά μου, και στα μάτια μου μια ανάβρα σπίθες, όπως ή πρωτάναφτη φωτιά μέσ’ το καμίνι, εμπρός στο φυσερό !

 Αλλ’ όταν τέλος απιθώθηκε ή ψυχή μου στην αδάμαστη σου, Ταΰγετε, ευωδιά

.………………………………………………………….

Ώ νέες πνοές πού εθρέψατε τη δύναμη μου αδάμαστη και σιωπηλή, πέπλα της βοής στίς πέντε σου βουνοκορφές πού σιγολιώνανε τα χιόνια, ανάεροι καταρράχτες της μπουμπουκιασμένης ροδοδάφνης στα γκρεμνά, στα γκρεμνά, ανατολή του Δώριου Απόλλωνα στα μάτια μου μπροστά, η όψη σκληρή και σκαλιστή στον κόκκινον αμάλαγο χαλκό!

Ώ μάτια μου, θρεμμένα τέλος σαν του λιονταριού μες στο άπαρτο σκοτάδι του βουνού σιωπή βαθιά, που δεν εσάλευε μια πνοή, και τα ίδια χέρια μου ήταν άφαντα στην πίσσα της βουβής βραδιάς,ώ στοχασμοί !

σα νυχτερίδες κυκλοφέρνονται στη σκιά, σαν άξαφνα απ’ τη Σπάρτη επρόβαλε κατάνακρα, ΟΡΘΙΑ ΑΡΤΕΜΙΔΑ

……………………………………………………..

Τα πρώτα βέλη Σου άρχισαν δονώντας τη σιγή !

Γύρω απ’ τ’ αυτιά μου εσούριζαν, ανάρια σταφνισμένα, ως σέ σημάδι μες στα σκότη\ όπου Συ μόνον έβλεπες ψηλά !

Λαμπρίζαν χαμηλά στρωμένατα πλεχτά καλάμια απ’ τη δροσιά του Ευρώτα.

Στην κόκκινη πεδιάδα ούρλιασαν τότε oι Λάκαινες oι σκύλες…

Δεν έσκυψες να οργώσεις με γεν τη γην αλλά εμαστίγωνες ως το αίμα τους εφήβους σιωπηλή, κι’ απάνω τους σκυμμένη ή παρθενιά Σου, που ιδρωμένη εμυροβόλα πιότερο απ’ του δασού τη καρδιά, τους κέντριζε ως με τη στερνήν ανάπνοια στην ανηφοριά, στο στεγνωμένο τους λαρύγγι τάζονται, πηγή μονάχη, την κορφή!

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.

Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!

Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου στ’ αμπέλια μας απάνω τα σαρακωμένα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα, να η άνοιξη γυρίζει, μεσ’ στα κορφοβούνια

του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε

για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει, αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, Θεία είν’η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Τ’ ανάκρασμα τ΄ακούτε της αρχαίας Πυθείας; «Νίκη στων ημιθέων τ’ αγγόνια!» Από τη ‘ Ιδη

ως της Νικαίας τ’ ακρογιάλια ξανανθίζουν αιώνιες οι ελιές. Με τ’ άρματα στα χέρια

εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ’ ανεβούμε, τους Σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Κ’ έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας, αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθήτε

στο γυρισμό τους ακριβούς σας μεσ’ στο λόγγο γι’ αυτούς που σας γλυτώσανε κόφτε τη δάφνη.

Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη, ας πιούμε ξεχειλη τη δόξα παλληκάρια.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια! Στων πυρωμένων τούτων βράχων

την λαμπάδα με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να νοιώση το φωτερώτερο κι απ’ όλα τα όνειρά του.

Κι η χρηστή ψυχή βωβή εκεί πέρα θα είναι; Κ’ εμείς ενός κορμιού ξερόκλαδα εκεί πέρα;

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Το Μαραθώνιο πεζοδρόμο ακολουθώντας κι αν πέσουμε, το χρέος μας έχουμε κάμει!

Και με το αίμα του προγόνου μας Λεωνίδα το αίμα μας , θριαμβων αίμα, ταιριασμένο,

θα πορφυρώσει τον καρπό τον κοραλλένιο και το σταφύλι το κρεμάμενο στο κλήμα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 Της ιστορίας μάς φέγγουν τρεις χιλιάδες χρόνια, Ορθοί! Και πρόβαλε από τώρα το παλάτι

στον τόπο εκεί που λύθηκαν τα κακά μάγια, κι ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τη στάχτη.

Στις αμμουδιές της Μέκκας διώξε το ήλιε, το μισοφέγγαρο μακριά απ΄τον ουρανό μας…

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

Fréderic Mistral Γάλλος φιλέλληνας ,λάτρεψε την Ελλάδα και τον αρχαίο πολιτισμό της , έγραψε αυτόν τον ύμνο , που πήρε το βραβείο Νόμπελ 1904. 


Advertisements

2 thoughts on “ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ

  1. ᾨδὴ Πέμπτη. Εἰς Μούσας ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

    Τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν ὦ χρυσὸν δῶρον, χάρμα
    Λητογενέος μέγα·τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν
    ἰώνιος λύρα. α΄
    β´.
    Ἄλλα σύρματα δότε ζεφυρόποδες Χάριτες·
    καὶ σεῖς ἐπὶ τὸ ξύλον μελίφρονον, ὑακίνθινον
    βάλετε στέμμα. 10
    γ´.
    Τὰς πτέρυγας ἁπλώνει ὡς τ᾿ ὄρνεον τοῦ Διός,
    καὶ ὑψώνεται τὸ μέτρον ἕως τὸν οὐράνιον κῆπον
    τῶν Πιερίδων. 15
    δ´.
    Χαίρετε ὦ κόραι, χαίρετε φωναὶ ὁποὺ τὰ δεῖπνα
    τῶν Ὀλυμπίων πλουτίζετε μὲ᾿ χορῶν εὐφροσύνας
    κ᾿ εὔρυθμον μέλος. 20
    ε´.
    Σεῖς τὰ αἰθέρια νεῦρα τῆς φόρμιγγος κροτεῖτε,
    καὶ τὰ θηρία, καὶ τ᾿ ἄλση χάνονται ἀπὸ τὸ πρόσωπον
    τῆς γῆς πλατείας. 25
    ς´.
    Ὅπου τρέμουσιν ἄπειρα τὰ φῶτα τῆς νυκτός,
    ἐκεῖ ὑψηλὰ πλατύνεται ὁ γαλαξίας καὶ χύνει
    δρόσου σταγόνας. 30
    ζ´.
    Τὸ ποτὸν καθαρὸν θεραπεύει τὰ φύλλα,
    κ᾿ ὅπου ἄφησε τὸ χόρτον εὑρίσκει ρόδα ὁ ἥλιος
    καὶ μυρωδίαν. 35
    η´.
    Οὕτω ὑπὸ τοὺς δακτύλους σας ἡ ἐλικώνιος λύρα,
    τρέμει, καὶ τ᾿ ἄνθη ἀμάραντα
    τῆς ἀρετῆς γεμίζουσι πᾶσαν καρδίαν. 40
    θ´.
    Ὄχι πατέρες, τύραννοι·ὄχι ἄνθρωποι καὶ τέκνα,
    ἀλλὰ δειλὰ καὶ ἀναίσθητα ποίμνια τὸν κύκλον ἤθελον
    τρέξειν τοῦ βίου· 45
    ι´.
    Χεῖρες κεραυνοφόροι,μόνον νῶτα ὑποφέροντα
    τὰς πληγάς· ἂν τὸ δίκρανον τοῦ Παρνασσοῦ λιγύφθογγον
    σπήλαιον ἐσίγα. 50
    ια´.
    Διὰ παντὸς μοιράσατεθεῖαι παρθένοι τὴν δίκην·
    διὰ παντὸς χαρίσατε τῶν ἀνθρώπων αἰσθήσεις
    ὑψηλονόους. 55
    ιβ´.
    Ἀφρίζουν τὰ ποτήρια τῆς ἀδικίας, δυνάσται
    πολλοὶ καὶ διψασμένοι ἰδοὺ τ᾿ ἀδράχνουν· γέμουσι
    μέθης καὶ φόνου. 60
    ιγ´.
    Τώρα ναὶ τώρα ἀστράψατε ὦ Μοῦσαι, τώρα ἁρπάξατε
    τὴν πτερωτὴν βροντήν,κατὰ σκοπὸν βαρέσατε
    μ᾿ εὔστοχον χεῖρα. 65
    ιδ´.
    Φυλάξατε τοὺς ὕμνους διὰ τοὺς δικαίους· μόνον
    εἰς αὐτοὺς τὴν εἰρήνην, καὶ τοὺς χρυσοὺς στεφάνους
    εἰς αὐτοὺς δότε. 70
    ιε´.
    Ἦτον ποτὲ ἡ ἐννέα Ὀλύμπιαι φωναὶ
    ἐκεῖ ὁποὺ χορεύουσι τῆς ἡμέρας ἡ κόραι
    λαμπαδηφόροι. 75
    ις´.
    Ἤκουον μόνον οἱ κύκλοι τῶν οὐρανῶν, τὴν σύμφωνον
    θεόπνευστον ᾠδήν, καὶ τὸν ἀέρα ἀκίνητον
    εἶχε ἡ γαλήνη. 80
    ιζ´.
    Ἀλλ᾿ ὅτε τὸ μειδίασμα τοῦ θεοῦ τῶν ἐρώτων,
    τὸν Κιθαιρῶνα ἐσκέπασε
    μὲ᾿ θύμον καὶ μὲ᾿ κλήματα σταφυλοφόρα· 85
    ιη´.
    Ἐκεῖ ὁ ρυθμὸς ἐπέραστος καταβαίνων, τὸ βλέμμα
    τῶν γηγενέων δρακόντων
    ἐχάθη, ὡς τὰ χαράγματα χάνεται ὁ ὕπνος. 90
    ιθ´.
    Τοῦ θεσπεσίου γέροντος ἱερὰ κεφαλή·
    φωνὴ εὐτυχὴς ῾ποὺ εὐφήμησας τῆς κλεινῆς Ἀχαΐας
    τ᾿ ἄριστα τέκνα. 95
    κ´.
    Ἐσὺ θαυμάσιε Ὅμηρε ἐξένισας τὰς Μούσας·
    καὶ τοῦ Διὸς ἡ κόραι εἰς τὰ χείλη σου ἀπέθηκαν
    τὸ πρῶτον μέλι. 100
    κα´.
    Εἰς τιμὴν τῶν θεῶν ἐφύτευσας τὴν δάφνην·
    εἶδον πολλοὶ αἰῶνες τὸ φυτὸν εὐθαλὲς
    ὑπερακμάζον. 105
    κβ´.
    Μέσα εἰς τὸ θεῖον στέλεχος τί δὲν ἐθησαυρίσατε
    τὰ σίμβλα αἰωνίως;τί ὦ αἰώνιαι μέλισσαι
    τὸ παραιτεῖτε; 110
    κγ´.
    Ὅταν εἰς τὴν ἀθλίαν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰ ἔσχατα
    τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης τῶν ἀραβίων πετάλων
    ἦλθεν ὁ κτύπος· 115
    κδ´.
    Ἐκεῖ πρὸς τὰ λουτρὰ ὅπου τὰς τρίχας πλύνουσι
    τῶν φοιβηΐων ἡ Ὥραι,τότε δικαίως ἐφύγατε
    ὦ Πιερίδες. 120
    κε´.
    Καὶ τώρα εἰς τέλος φέρετε τὴν μακρὰν ξενιτείαν.
    χρόνος χαρᾶς ἐπέστρεψε, καὶ λάμπει τώρα ἐλεύθερον
    τὸ Δέλφιον ὄρος. 125
    κς´.
    Ῥέει καθαρὸν τὸ ἀργύριον τῆς Ἱπποκρήνης· κράζει,
    ὄχι τὰς ξένας, κράζει σήμερον ἡ Ἑλλὰς
    τὰς θυγατέρας. 130
    κζ´.
    Ἤλθετε, ὦ Μούσαι, ἀκούω, καὶ χαίρουσα πετάει
    πετὰ ἡ ψυχή μου, ἀκούω τῶν λυρῶν τὰ προοίμια,
    ἀκούω τοὺς ὕμνους. 135

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s